Λεξικό Νευροεπιστημονικών όρων
| Term | Definition |
|---|---|
| acidosis |
οξέωση |
| acne |
ακμή |
| acromegaly |
μεγαλακρία |
| Act out |
Αδυναμία ελέγχου των παρορμήσεων |
| ACTH |
συντμ. adrenocorticotropic hormone ή adrenocorticotrophin |
| action potential |
δυναμικό ενεργείας |
| activate |
ενεργοποιώ |
| activated |
ενεργοποιημένος |
| activation |
ενεργοποίηση |
| activation hormone |
ορμόνη ενεργοποίησης |
| activator |
ενεργοποιητής |
| active |
ενεργός, δραστικός |
| Active ingredient |
Δραστικό συστατικό |
| active metabolite |
ενεργός μεταβολίτης |
| active site |
ενεργός περιοχή |

is a member of




